Κάπνισμα: γιατί δεν μπορούμε απλά να το «κόψουμε»;

Rate this post

Τα απειλητικά ή εκφοβιστικά μηνύματα δεν είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικά, γιατί αυξάνουν το άγχος του ατόμου.

[fb_button]FRAG_188Το θέμα της διακοπής του καπνίσματος στην Ελλάδα αποτελεί ζωτικό αίτημα, καθώς η χώρα έχει τα υψηλότερα ποσοστά καπνιστών στην Ευρώπη. Αν αναλογιστούμε τους παράγοντες που οδηγούν στην υιοθέτηση του καπνίσματος, βλέπουμε ότι οι νεότεροι σε ηλικία βλέπουν το κάπνισμα σαν ένα μέσο επιβεβαίωσης του ανδρισμού ή της θηλυκότητάς τους.

Σημαντικό ρόλο σε αυτή την ηλικία παίζει και η τάση καθώς και η επιθυμία του νέου να ενταχθεί σε ομάδες συνομηλίκων του, πράγμα που απαιτεί το συμβιβασμό με τις αξίες της συγκεκριμένης ομάδας (Levitt & Edwards, 1970). Οι Krosnick και Judd (1982), από έρευνα που πραγματοποίησαν, απέδειξαν ότι τα περισσότερα άτομα της παρέας ενός εφήβου καπνιστή είναι επίσης καπνιστές, ενώ ελάχιστα άτομα είναι καπνιστές στην παρέα ενός μη καπνιστή εφήβου.


    Πολλές φορές αφορμή για την έναρξη του καπνίσματος, είναι η περιέργεια που διακρίνει τους εφήβους και η σφοδρή τους επιθυμία να δοκιμάσουν και να γνωρίσουν τα πάντα στη ζωή.

    Επιπλέον, έχει αναδειχθεί μέσα από πολλές έρευνες ότι οι καπνιστές γονείς, δάσκαλοι ή καθηγητές λειτουργούν ακουσίως ως πρότυπα προς μίμηση για τα παιδιά τους, παρασύροντας τα στο να ξεκινήσουν το κάπνισμα (Calman, Carmichael, Deans & Calman, 1985).
    Κατά μια γενικότερη επικρατούσα αντίληψη, το κάπνισμα συμβάλλει στην καταπολέμηση του άγχους, στη μείωση της έντασης και την χαλάρωση. Το κάπνισμα για τους καπνιστές συνιστά μέσο αντιμετώπισης στρεσσογόνων καταστάσεων με μεγαλύτερη ψυχραιμία. Άλλοι πάλι, υποστηρίζουν ότι χάρη στο τσιγάρο συγκεντρώνονται πολύ πιο εύκολα γεγονός που τους καθιστά πιο αποτελεσματικούς στις επαγγελματικές τους υποχρεώσεις. Τέλος, ένα μεγάλο ποσοστό καπνιστών υποστηρίζει ότι το τσιγάρο τους προσφέρει ακόμα και παρηγοριά σε δύσκολες στιγμές.

    Επομένως, η διακοπή του καπνίσματος έρχεται σε αντίθεση με αυτές τις πεποιθήσεις, άρα την καθιστά δύσκολη.
    Η μελέτη των Lazuras L, Chatzipolychroni E, Rodafinos A, Eiser JR. (2012), εξέτασε τις επιδράσεις της αναμενόμενης μετάνοιας, των κοινωνικών προτύπων και των συναφών κοινωνικο-γνωστικών παραγόντων σχετικά με τις προθέσεις διακοπής του καπνίσματος, μεταξύ των εργαζομένων σε εσωτερικούς χώρους.
    Οι αναλύσεις έδειξαν, ότι οι στάσεις απέναντι στην διακοπή του καπνίσματος, η αυτο-αποτελεσματικότητα και η αναμενόμενη μετάνοια προέβλεψαν σημαντικά τις προθέσεις διακοπής του καπνίσματος, πέρα και πάνω από προηγούμενες προσπάθειες διακοπής και την εξάρτηση από τον καπνό. Σε αντίθεση με προηγούμενες μελέτες, η εξάρτηση από τον καπνό, τα περιγραφικά πρότυπα και οι αντικαπνιστικές πολιτικές δεν επηρέασαν άμεσα τις προθέσεις διακοπής του καπνίσματος στο δείγμα της μελέτης.

    Οι Senior, V., Vrought, A., Trebill, H., Hesson, N. (2008), διερεύνησαν τους γνωστικούς προβλεπτικούς παράγοντες διακοπής του καπνίσματος, μέσω των απαντήσεων των καπνιστών για την νομοθεσία απαγόρευσης του καπνίσματος στην Αγγλία. Οι προάγγελοι των αντιδράσεων συμπεριφοράς στην απαγόρευση του καπνίσματος, αφορούν την αποδοχή του καπνίσματος από τους άλλους και την κοινωνία. Οι πειστικές ανακοινώσεις που συνοδεύουν τη νέα νομοθεσία για τον έλεγχο του καπνίσματος, θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα αποτελεσματικό μέσο για την παροχή κινήτρων στις προσπάθειες διακοπής.

    Η αυτό-αποτελεσματικότητα ως προβλεπτικός παράγοντας
    Η αυτό-αποτελεσματικότητα, μεταξύ άλλων παραγόντων, επηρεάζει το ποιες προκλήσεις αποφασίζουν να αντιμετωπίσουν οι άνθρωποι και πόσο υψηλά θέτουν τους στόχους τους. Η υψηλή αυτό-αποτελεσματικότητα δεν βελτιώνει απλά τον ορισμό του στόχου αλλά επίσης οδηγεί και σε πιο επίμονη επιδίωξή του. Επομένως, τα αυτό-αποτελεσματικά άτομα έχουν ισχυρότερες προθέσεις.
    Τα άτομα επίσης δημιουργούν πεποιθήσεις αυτό-αποτελεσματικότητας, ως αποτέλεσμα της κοινωνικής πειθούς που λαμβάνουν από άλλους. Συνήθως είναι πιο εύκολο να αποδυναμώσει κανείς τις πεποιθήσεις αυτό-αποτελεσματικότητας κάποιου, μέσω αρνητικών εκτιμήσεων, παρά να ενισχύσει τέτοιες πεποιθήσεις μέσω θετικής ενίσχυσης.

    Η αυτό-αποτελεσματικότητα αποτελεί σημαντικό παράγοντα πρόβλεψης της συμπεριφοράς. Η σημασία αυτού του συμπεράσματος υποκίνησε τους Graham και Weiner (1996), να υποστηρίξουν ότι ιδιαίτερα στην ψυχολογία και την εκπαίδευση, η αυτό-αποτελεσματικότητα έχει αποδειχθεί ως ο πιο συνεπής παράγοντας πρόβλεψης των αποτελεσμάτων μιας συμπεριφοράς από ότι οποιαδήποτε άλλη κατασκευή κινήτρων. Δεν είναι λοιπόν, απλά θέμα του πόσο ικανός είναι κάποιος αλλά πόσο ικανός θεωρεί ότι είναι. Πολλά θεωρητικά πλαίσια δείχνουν ότι τόσο το κόστος όσο και η αντίδραση-αποτελεσματικότητα είναι σημαντικές δυνάμεις που επηρεάζουν την πειθώ.
    Οι Loumakou, Μ., Brouskeli, V.,και Sarafidou, J.O (2006), διερεύνησαν την πρόθεση των ελλήνων καπνιστών και την αξιολόγηση της ικανότητας τους να σταματήσουν το κάπνισμα χρησιμοποιώντας τα θεωρητικά πλαίσια της Ισορροπίας Λήψης Αποφάσεων (Decisional Balance, DB) και της Γνωστικής Ασυμφωνίας (Cognitive Dissonance, CD).

    Η πολυπληθέστερη ομάδα των καπνιστών αποτελούνταν από εκείνους που δεν ήθελαν, ούτε αισθάνθηκαν ικανοί να κόψουν το κάπνισμα και αυτοί οι καπνιστές αντιλαμβάνονταν περισσότερα οφέλη από το κάπνισμα, από ό, τι μειονεκτήματα. Η γνωστική ασυμφωνία άλλαξε σταδιακά, ανάλογα με την «ετοιμότητα» που ένιωθαν οι καπνιστές να σταματήσουν το κάπνισμα: όσο πιο έτοιμοι αισθάνθηκαν να εγκαταλείψουν το κάπνισμα, τόσο τα πλεονεκτήματα του καπνίσματος ήταν περισσότερα από τα μειονεκτήματα. Οι καπνιστές που ήθελαν, αλλά δεν αισθάνθηκαν ικανοί να σταματήσουν, υιοθέτησαν περισσότερες «δικαιολογίες», σε σύγκριση με εκείνους που αισθάνθηκαν ικανοί.
    Τα ευρήματα παρέχουν υποστήριξη για τη θεωρία της γνωστικής ασυμφωνίας, αλλά, οι «δικαιολογίες» δεν φαίνεται να υιοθετούνται εκτενώς για τη μείωση της σύγκρουσης ανάμεσα στο κάπνισμα και την ανησυχία για την υγεία. Υπάρχει μεγάλη ανομοιογένεια ως προς την πρόθεση των καπνιστών και την αυτό-αξιολόγηση τους για την δυνατότητα να σταματήσουν το κάπνισμα.
    Επομένως, τα προγράμματα μείωσης της βλάβης και οι παρεμβάσεις που αποσκοπούν στην αύξηση της εφαρμογής της διακοπής του καπνίσματος, θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις πιθανές αρνητικές επιπτώσεις των προηγούμενων αποτυχημένων προσπαθειών διακοπής του καπνίσματος.

    Η επίδραση των μηνυμάτων Αγωγής Υγείας

    Η προσπάθεια αλλαγής της συμπεριφοράς δυσχεραίνεται πολύ περισσότερο, όταν το άτομο βομβαρδίζεται από μεγάλο αριθμό μηνυμάτων σχετικά με θέματα υγείας.
    Όπως είναι φυσικό, ένα άνθρωπος που έρχεται αντιμέτωπος με τόσες πολλές προειδοποιήσεις και συμβουλές, ενδέχεται να μπει στον πειρασμό να εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια προστασίας της υγείας του και να μη σκοτίζεται ούτε να ανησυχεί για κανένα κίνδυνο (Fisher & Rost, 1986). Tα μηνύματα υγείας, φθάνουν δυσκολότερα στα χαμηλότερα κοινωνικο-οικονομικά στρώματα και στα άτομα με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο (DiMatteo & DiNicola, 1982, Friedman & Martin, 1999).
    Εν συντομία, ένα πειστικό μήνυμα πρέπει να διαθέτει τέσσερα χαρακτηριστικά:Πρώτον, θα πρέπει να προσελκύει την προσοχή, δεύτερον, θα πρέπει να είναι κατανοητό, τρίτον, θα πρέπει να αφορά ένα θέμα άξιο επεξεργασίας και αποδοχής και όχι απόρριψης και τέταρτον, το περιεχόμενό του θα πρέπει να μπορεί να αποθηκευθεί και να ανακληθεί εύκολα από τη μνήμη.
    Ερευνητικά ευρήματα δείχνουν, ότι είναι καλύτερο να παρουσιάζονται τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών. Τότε μόνο ο αποδέκτης είναι σε θέση να αποφασίσει αυτόνομα ποια από τις δύο θα πιστέψει. Αν πεισθεί μόνο από τα επιχειρήματα υπέρ της μιας άποψης και στη συνέχεια του παρουσιαστούν επιχειρήματα ή υποστεί συνέπειες που συνηγορούν υπέρ της αντίθετης, τότε είναι πιθανό οι αρχικές πεποιθήσεις του να κλονιστούν και να εξασθενήσουν.

    Τα απειλητικά ή εκφοβιστικά μηνύματα δεν είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικά, για το λόγο ότι αυξάνουν το άγχος του ατόμου σε τέτοιο βαθμό που μπορεί ακόμα και να τα απωθήσει ή να αρνηθεί την ύπαρξη οποιουδήποτε προβλήματος. Οι παρεμβάσεις για τις αρνητικές συνέπειες του καπνίσματος μπορεί να έχουν αρνητικές συνέπειες για την αντίληψη του κινδύνου των καπνιστών να προσβληθούν από ασθένειες που σχετίζονται με το κάπνισμα (Myers & Frost, 2002). Η μελέτη των Myers, L. και Mars, A.L. (2008), διερεύνησε τη δυνατότητα αυτή. Σύγκριναν τις ομάδες παρέμβασης, οι οποίες παρακολούθησαν ένα ευρέως μεταδιδόμενο αντικαπνιστικό αρνητικό σενάριο, με μια ομάδα ελέγχου, σχετικά με την αντίληψη τους για τον κίνδυνο ασθενειών που σχετίζονται με το κάπνισμα. Ανησυχητικό είναι το γεγονός, ότι οι ομάδες που παρακολουθούσαν το σενάριο, θεώρησαν ότι είναι λιγότερο σε κίνδυνο από την ομάδα ελέγχου. Αυτό έχει σοβαρές συνέπειες για τα αρνητικά μηνύματα για την υγεία, σε παρεμβάσεις.
    Χαρακτηριστικό παράδειγμα, αποτελούν τα μηνύματα για την υγεία που διακοσμούν το πακέτο τσιγάρων, καθώς η επιρροή τους φαίνεται να μην είναι αποτελεσματική και δεν λειτουργεί αποτρεπτικά.

    Οι καπνιστές αντιλαμβάνονται τις παρεμβάσεις διακοπής του καπνίσματος ως αναποτελεσματικές και για αυτό δεν χρησιμοποιούν οποιεσδήποτε παρεμβάσεις. Ο σκοπός της μελέτης των Vogt, F., McEwen, A., Ashworth, M., Armstrong, D., Hankins, M., Hall, S., Sniehotta, F., και Marteau, T., (2008), ήταν να διερευνήσει τη φύση αυτών των αντιλήψεων. Οι Vogt, et. al. Έχουν εντοπίσει ότι ένα από τα προβλήματα στην έλλειψη της συνολικής επιτυχίας των παρεμβάσεων της διακοπής του καπνίσματος, είναι ότι οι καπνιστές τείνουν να αντιλαμβάνονται αυτές τις παρεμβάσεις ως αναποτελεσματικές.
    Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις ένα απειλητικό μήνυμα είναι δυνατόν να προκαλέσει θετική αλλαγή των συμπεριφορών που σχετίζονται με την υγεία. Για να συμβεί κάτι τέτοιο, το μήνυμα θα πρέπει να ενισχύσει την αίσθηση του ατόμου ότι μπορεί να κάνει κάτι για να αλλάξει την κατάσταση της υγείας του και ότι δεν είναι εντελώς ανίσχυρο και ανήμπορο. Οι απειλητικές ή οι εκφοβιστικές προειδοποιήσεις είναι δυνατόν να επιφέρουν θετικές αλλαγές, όταν πείθουν τους ανθρώπους ότι η υγεία τους διατρέχει κίνδυνο, αλλά οι ίδιοι μπορούν να τον ελαττώσουν, ακολουθώντας τα προτεινόμενα βήματα και λαμβάνοντας τα συνιστώμενα μέτρα. Επιπλέον, οι άνθρωποι πρέπει να πιστεύουν ότι μπορούν να εφαρμόσουν τα προτεινόμενα μέτρα (Beck & Frankel, 1981).

    Από τα ευρήματα μελετών με αντικείμενο την πειθώ, αναδείχθηκε η ύπαρξη ενός σημαντικού φαινομένου, το οποίο οι ψυχολόγοι ονομάζουν φαινόμενο της βραδυφλεγούς πειθούς, δηλαδή της πειθούς που επιφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα μετά από καιρό σε προγενέστερο χρόνο. Αυτό το φαινόμενο παρατηρείται όταν η αρχική πεποίθηση του αποδέκτη ενός μηνύματος αλλάζει, χωρίς αυτός να μπορεί να θυμηθεί σε τι οφείλεται η αλλαγή και αφού έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την έκθεση στο πειστικό μήνυμα (Cook & Flay, 1978, McGuire, 1969).

    Τεχνικές Διακοπής του Καπνίσματος

    Τα προγράμματα παρέμβασης βασίζονται ουσιαστικά σε τρία στοιχεία:
    συμπεριφοριστικές τεχνικές αυτοελέγχου γνωσιακές τεχνικές και συνοδευτική φαρμακοθεραπεία με τη χρήση υποκατάστατων νικοτίνης, κυρίως βουπροπιόνης ή βαρενικλίνης.

    Μια τεχνική για την διακοπή του καπνίσματος είναι η τεχνική του κορεσμού. Τα άτομα στην περίπτωση αυτή, αναγκάζονται να αυξήσουν τον αριθμό των τσιγάρων που καπνίζουν κάτω από φυσιολογικές συνθήκες και όχι το ρυθμό με τον οποίο καπνίζουν. Συνήθως ζητείται από το άτομο να διπλασιάσει ή να τριπλασιάσει την ποσότητα των καταναλισκόμενων τσιγάρων. Η τεχνική αυτή έχει αποδειχθεί ότι είναι λιγότερο αποτελεσματική σε σχέση με το γρήγορο κάπνισμα.


      Στο γρήγορο κάπνισμα τα υποκείμενα καθοδηγούνται στο να φέρουν στο νου τους αρνητικές εμπειρίες κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών και μετά από αυτές, ενώ στην περίπτωση του κορεσμού, η οποία λαμβάνει χώρα στο φυσικό περιβάλλον του ατόμου, δεν παρέχονται τέτοιες οδηγίες.
      Μια εξίσου αξιόλογη τεχνική είναι αυτή της βαθμιαίας μείωσης της ποσότητας της νικοτίνης (nicotine fading). Η περικοπή του αριθμού των καταναλισκομένων τσιγάρων είναι μια μέθοδος διακοπής του καπνίσματος που χρησιμοποιείται εδώ και πολλά χρόνια. Παρόλα αυτά η μέθοδος αυτή της σταδιακής μείωσης των τσιγάρων δεν είναι πολύ θετική γιατί συνήθως το άτομο δεν κατορθώνει να κόψει εντελώς το κάπνισμα παρά μόνο να το μειώσει και συχνά υποτροπιάζει σε σύντομο χρονικό διάστημα (Best, 1978).
      Ο έλεγχος των ερεθισμάτων (stimulus control), συνιστά μία ακόμα τεχνική για τη διακοπή του καπνίσματος. Η τεχνική αυτή επιδιώκει να περιορίσει ανεπιθύμητες συμπεριφορές, τροποποιώντας τα ερεθίσματα που υπερισχύουν και κυριαρχούν κατά τη διάρκεια που η αντίδραση λαμβάνει χώρα.

      Συμπερασματικά, το θέμα της διακοπής του καπνίσματος ταλαιπωρεί τόσο τους επιστήμονες, όσο και τους ίδιους τους καπνιστές. Διαφορετικές μέθοδοι και τεχνικές επιχειρούν να την επιτύχουν, άλλοτε με αποτυχία και άλλοτε όχι. Ουσιαστικά, η ίδια η αντίληψη της ικανότητας του ατόμου να διακόψει το κάπνισμα αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους προβλεπτικούς παράγοντες, που οδηγούν στην επίτευξη αυτού του στόχου.[fb_button]

      Κάπνισμα: γιατί δεν μπορούμε απλά να το «κόψουμε»;